iportisa logo

Η Ιστορία

Εισαγωγικό ιστορικό σημείωμα

eksofilooΑπό τον συλλογικό τόμο: «Προσεγγίσεις στην πολιτισμική ιστορία και στον μουσειακό ορίζοντα μιας ημιορεινής θεσσαλικής κοινότητας: «Πορτίτσα», επιμ. Φ. Λέκκα, Π. Κομπορόζος, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2005.
 

Η μελέτη του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στα θεσσαλικά Άγραφα και ιδιαίτερα στη ΒΑ χαμηλή ζώνη

τους, στα διοικητικά όρια του νομού Καρδίτσας, είναι διαδικασία που για το μουσείο Πορτίτσας περνάει μέσα από πλήθος τεκμηρίων: μουσειακά αντικείμενα, κτίρια, εγκαταστάσεις, αρχειακό υλικό, στατιστικούς πίνακες, χάρτες, προφορικές μαρτυρίες, λογοτεχνικές πηγές. Η περιοχή είναι ελάχιστα ερευνημένη, γεγονός που αποτυπώνεται στη λιγοστή και αποσπασματική βιβλιογραφία για την ιστορία και τα μνημεία της.

Οι έρευνες γύρω από την αρχαία ιστορική τοπογραφία της περιοχής κατατάσσουν την Πορτίτσα στον άξονα των τειχισμένων θέσεων στα όρια της ορεινής χώρας των Δολόπων (στην οροσειρά των Αγράφων) και της Εστιαιώτιδας (περιλάμβανε τμήμα των σημερινών νομών Τρικάλων και Καρδίτσας). Η ιστορία της συνδέεται με τη γειτονική Μητρόπολη, μια από τις τέσσερις σημαντικότερες πόλεις της Εστιαιώτιδας, η οποία συνοικίστηκε από κώμες στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. εξαιτίας της μακεδονικής απειλής. Κατά μία άποψη, το τείχος της Πορτίτσας, πάνω στο κυκλικό ύψωμα Στεφάνι, χτίστηκε μετά την εποχή της συνοίκησης και δεν μαρτυρεί την ύπαρξη προγενέστερου οικισμού, αφού πιστεύεται ότι οι κώμες αυτές ήταν ατείχιστες[1]. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, το τείχος στο ύψωμα της Βιμπιρότρυπας -η ονομασία οφείλεται σε σπηλιά με ιαματικές ιδιότητες που βρίσκεται στην κορυφή του- σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας από τις κώμες που συνοικίστηκαν, χωρίς να γνωρίζουμε ποιάς[2].

Σχετικά με τη σημασία του τείχους, παλαιότερος Έλληνας αρχαιολόγος διατύπωσε, στηριζόμενος στην τοποθεσία του τείχους της Δημητριάδας, την άποψη ότι η ακρόπολις άρα της Μητροπόλεως εκείτο ουχί εν τω υπερκειμένω του νυν χωρίου υψώματι… αλλά λίαν υψηλότερον κατά την θέσιν «Στεφάνι», ήτις μάλιστα πασών πρέπει να ερευνηθή προς ανεύρεσιν του αρχείου της πόλεως, ημείς δεν έσχομεν την ευκαιρίαν να ανέλθωμεν ως εκεί[3]. Η στρατηγική θέση της Πορτίτσας στην αρχαιότητα ήταν μάλλον γεγονός, καθώς θεωρείται ως μία από τις διόδους, από τις οποίες οι Αιτωλοί μπορούσαν να εισβάλλουν στη Μητρόπολη, στις αρχές του 2ου αι. π.Χ.[4].

Η ανάγκη επιτόπιας έρευνας ενισχύεται και από ορισμένες ενδιαφέρουσες ενδείξεις σχετικά με τη σημασία και τη χρονολόγηση του τείχους: η μεγάλη έκταση που περικλείει τόσο αυτό της κάτω πόλης όσο και της ακρόπολης (πολύ μεγαλύτερη π.χ. από αυτή του τείχους στον Πύργο Ιθώμης) μας εμποδίζει να πιστέψουμε ότι πρόκειται για επιτηρητικό, αμυντικό πύργο[5]. Η κατασκευή του από χοντροπελεκημένους όγκους ασβεστόλιθου, εξάλλου, διαφέρει από την πολύ επιμελέστερη, ισοδομικής τοιχοποιίας, και μάλλον μεταγενέστερη του γειτονικού τείχους στο Βουνέσι, το οποίο θεωρείται τμήμα του ίδιου αμυντικού άξονα.

Τα επιφανειακά ευρήματα που εντοπίστηκαν σε θέσεις γύρω από τον σημερινό οικισμό, πλούσια σε αριθμό και ποικιλία, χρονολογούνται από τα προϊστορικά χρόνια ως την ύστερη ρωμαιοκρατία και αποτελούν σήμερα την αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Σημαντικό μέρος της είναι τα νομίσματα, τα περισσότερα του 4ου και 3ου αι. π.Χ., με κύρια προέλευση από τη Θεσσαλία, αλλά και περιοχές, όπως η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Στερεά και η Πελοπόννησος (Λ. Χατζηαγγελάκης).

Το ερώτημα για τη συνέχιση και τη χωροθέτηση της κατοίκησης μένει αναπάντητο και για τη βυζαντινή περίοδο[6], καθώς η μοναδική σταθερή παρουσία είναι τα νομίσματα από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι τους Κομνηνούς. Τα παλαιότερα (μέχρι και την εποχή του Ιουστινιανού) έχουν βρεθεί στην πλειοψηφία τους μέσα στο τείχος, σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα που εντοπίστηκαν σε διάφορες θέσεις γύρω από τον οικισμό. Δεν μας είναι πάντως γνωστή η περίπτωση κάποιου βυζαντινού μνημείου στην Πορτίτσα. Τα περισσότερα εκκλησιαστικά αντικείμενα του μουσείου χρονολογούνται πολύ αργότερα, στα μέσα του 18ου αι., με εξαίρεση το σπάνιο τριώδιο του 1568 και ορισμένα εκκλησιαστικά βιβλία από το 17ο αι. Μέχρι το τέλος της βυζαντινής περιόδου αγνοούμε και αυτή την ονομασία του χωριού.

Οι δημοσιευμένες πηγές για την οθωμανική περίοδο αποδεικνύουν ότι η Πορτίτσα κατοικούνταν στο μεγαλύτερο διάστημα της τουρκοκρατίας. Οι πρώτες ασφαλείς πληροφορίες χρονολογούνται στην πρώιμη τουρκοκρατία. Την εποχή αυτή, οι ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας ενισχύονται δημογραφικά λόγω της προτίμησης των Τούρκων στις εύφορες πεδινές περιοχές και της αναγκαστικής μετακίνησης των πληθυσμών προς τα γύρω βουνά, με κύριους προορισμούς τα Άγραφα στα δυτικά και το Πήλιο στα ανατολικά[7]. Από φορολογικό κατάστιχο του 1454/5[8] που αναφέρεται στο σαντζάκι των Τρικάλων, μαθαίνουμε ότι η Πορτίτσα (Portice) ανήκε στα χωριά που προϋπήρχαν της οθωμανικής κατάκτησης, είχε αμιγώς χριστιανικό πληθυσμό και υπαγόταν στην επαρχία του Φαναρίου, όχι στο σούμπαση των Αγράφων[9]. Ήταν τιμάριο δύο σπαχήδων, ο ένας από τους οποίους ανήκε στη φρουρά του κάστρου του Φαναρίου. Είχε 46 νοικοκυριά ή 180 περίπου κατοίκους, πληθυσμό σημαντικό σε σύγκριση με τα γύρω χωριά[10] Οι κάτοικοι πλήρωναν σταθερό φόρο ανά νοικοκυριό, τη σπέντζα, ο οποίος ανερχόταν σε 2.454 άσπρα [11]. Οι οικονομικοί τους πόροι, με βάση τη φοροδοτική ιεράρχηση, ήταν τα κάστανα, οι χοίροι, το κριθάρι, το σιτάρι, τα καρύδια, τα μελίσσια, τα αμπέλια, τα πρόβατα, τα κηπευτικά, τα κουκούλια, το λινάρι και το βαμβάκι. Στο χωριό λειτουργούσαν δύο μύλοι (ο ένας ήταν ερειπωμένος και υπενοικιάστηκε για επισκευή).

Η οικονομική ευρωστία της Πορτίτσας και η ποικιλία των αγροτικών της προϊόντων συνδέονται με την προνομιακή θέση της: ενώ ανήκε στα ορεινά και διέθετε νερό και δάσος, προϋποθέσεις για ασφάλεια και επιβίωση, βρισκόταν ταυτόχρονα σε μικρή απόσταση από την πεδιάδα, συνεπώς κοντά σε εκτεταμένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Οι επόμενες πληροφορίες μας αναφέρονται στο β΄ μισό του 17ου αι. και προέρχονται από κώδικες του ιεροδικείου Λάρισας-Φαναρίου. Η Πορτίτσα υπάγεται πλέον στην επαρχία των Αγράφων. Η οικονομική ιδιομορφία των χωριών αυτών είναι ότι από τα 122 τα 49 πληρώνουν φόρο κατ’ αποκοπή και όχι κεφαλικό. Το γεγονός ερμηνεύεται κατά μία άποψη ως οικονομική αυτοτέλεια και συνδέεται πιθανά με τα λεγόμενα προνόμια που εξασφάλιζε στα Άγραφα η συνθήκη του Ταμασίου[12] (1525). Το γενικότερο καθεστώς άσκησης της οθωμανικής εξουσίας δε φαίνεται ωστόσο να διαφέρει από εκείνο που εφαρμοζόταν στις υπόλοιπες περιοχές της αυτοκρατορίας. Απόδειξη ότι πολλοί Αγραφιώτες εγκαταλείπουν στο διάστημα των 15 χρόνων των κωδίκων τις εστίες τους, γεγονός που αποδίδεται στην φορολόγηση και τις αυθαιρεσίες των κρατικών υπαλλήλων. Οι κατ’ αποκοπή φόροι αποτυπώνουν συνεπώς πιθανότερα την προσπάθεια της Πύλης να εξασφαλίσει σταθερά φορολογικά έσοδα. Άλλα άρθρα της συνθήκης, όπως η απαγόρευση της εισόδου των Τούρκων στην περιοχή των Αγράφων ή το δικαίωμα της κωδωνοκρουσίας -εξίσου υπερεκτιμημένα- ήταν μάλλον αζήμια καθώς οι Τούρκοι δεν προτιμούσαν τα ορεινά ως τόπο κατοικίας, άρα δεν σκανδαλίζονταν από τη λειτουργία εκκλησιών[13].

Τα νοικοκυριά της Πορτίτσας φτάνουν το 1662 τα 59 και το χωριό συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα της επαρχίας –συχνά αναφέρεται και ως Μεγάλη Πορτίτσα (Portiça Kebir)- ενώ οι εγκαταλειμμένες εστίες είναι 9. Ο πληθυσμός διατηρείται σταθερός μέχρι το 1665, οι εγκαταλειμμένες εστίες φτάνουν όμως τις 12. Ένα χρόνο μετά, τα νοικοκυριά μειώνονται απότομα σε 25. Το χωριό εγκαταλείπεται ολοκληρωτικά το 1667, φαινόμενο που πρέπει να διερευνηθεί γιατί δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην προσπαθεία αποφυγής της φορολόγησης και των τουρκικών αυθαιρεσιών[14] (Κώστας Καμπουρίδης).

Εικάζουμε ότι η Πορτίτσα δεν ξανακατοικήθηκε μέχρι τα τέλη του 18ου αι. Μοναδική ένδειξη, η απουσία της από τις γνωστές δημοσιευμένες προθέσεις θεσσαλικών μοναστηριών αυτής της περιόδου.

Χαρακτηριστικό σχετικά με τον επανεποικισμό της είναι το κείμενο ενθύμησης σε μηναίο του 1775: ετος – 1793 εδου γραφου εγο ο παπα διμητρις από χοριον μιζε οντας ηρθα στη πορτητσα κε γραφου ενθιμισιν. Η παράδοση αναφέρει ότι οι έποικοι ήταν εφτά οικογένειες που ήρθαν από την Ήπειρο και αναζητούσαν βοσκήσιμες εκτάσεις γιατί έφερναν μαζί τους ζώα. Βρήκαν πρώτα χαμηλά το ρέμα και ξεχερσώνοντας έφτασαν στην κρήνη και την εκκλησία του Αγίου Προκοπίου, προστάτη σήμερα της Πορτίτσας. Οι μοναδικοί κάτοικοι του χωριού μέχρι τότε ήταν καλόγεροι, καθώς το χωριό ήταν μετόχι της Μονής του Αγίου Παντελεήμονα Μπεζιούλας.

Η ύπαρξη του κοντινού δάσους εξασφάλιζε στους εποίκους ξυλεία, κυνήγι και κάστανα από το ζάβατο (καστανεώνα). Μέχρι τα τέλη του 19ου αι. οι εισρροές από ορεινότερα Αγραφοχώρια πύκνωσαν και ο πληθυσμός έφτασε τα επίπεδα του 17ο αι., με 250 περίπου κατοίκους. Η δημογραφική αύξηση αποδεικνύει ότι τα επαναστατικά κινήματα του 1854, του 1866 και του 1878, στα οποία συμμετείχαν τα Άγραφα, προκαλούσαν μόνο περιστασιακές μετακινήσεις Πορτιτσανών προς την Παλιά Ελλάδα, που απείχε μόλις τρεις ώρες. Η μνήμη των κινημάτων ήταν έντονη για πολλές δεκαετίες και αρκετοί κάτοικοι αναφέρονταν σ’ αυτά για να προσδιορίσουν γεγονότα της ιδιωτικής τους ζωής, λέγοντας π.χ. τον καιρό του Κυριάκη, από τον πρωτεργάτη της επανάστασης του 1866.

Η ανασφάλεια στην πεντηκονταετία από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι την προσάρτηση της Θεσσαλίας ήταν έντονη, λόγω της καταπίεσης που ασκούσαν, εκτός από τους Τούρκους, και οι πολυάριθμες ομάδες κλεφτών. Τα σύνορα ήταν για τους τελευταίους προνομιακός χώρος δράσης, αφού μπορούσαν άνετα να διαφεύγουν και προς τις δύο χώρες ανάλογα με την περίσταση[15]. Πορτιτσανή γεννημένη το 1860 περιέγραφε την κατάσταση με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: … Όσο να φύγουν οι Τούρκοι, έρχονταν οι κλέφτες. Έρ’ται αυτός η Αντρέας η Μπλαζινός, η κλέφτ’ς. -«Τι θες Αντρέα μ;» λέει. «Δεν έκρινες;» λέει. –«Να φτιάσ’ς νια κότα» λέει «και νια κ’λούρα. Αύριο θα στείλω τα παλικάρια να την πάρουν. Αυτά». Πάει σ’κώνεται η μάνα μ’ –εμείς δεν είχαμαν κότες, τ’ς ξέκαναν όλες οι Τούρκοι, οι κλέφτες- πάει κι αγόρασε κότα και φτιάνει και νια κλούρα ψωμί κι ήρθαν οι άλλοι κλέφτες το πρωί. Ήταν παρέα αυτοί. Είχες ένα κομμάτι ψωμί, στό ‘παιρναν απ’ το στόμα. Όσο να φύγουν οι κλέφτες απ’ λες Δημητράκη μ’, έρχονταν οι Τούρκοι…[16]

Μέχρι τα μέσα του 19ου αι. οι Πορτιτσανοί ζουν σε σπίτια πετρόκτιστα, ισόγεια και μονόχωρα, με δάπεδο από παλαμισμένο χώμα, στέγη χωρίς νταβάνι και μικρά ανοίγματα που θυμίζουν πολεμίστρες. Η συνήθεια να κάθονται κατάχαμα επιβεβαιώνεται από τα έπιπλα που ήταν ελάχιστα και κινητά. Εξίσου εύκολα στη μεταφορά ήταν και τα χάλκινα λυχνάρια με το μακρύ στέλεχος. Η ετοιμότητα των ενοίκων να εγκαταλείψουν το σπίτι αποτυπώνεται περίφημα στη φράση τ’ αλάτι να το’ χετε στο μάνταλο, συμβουλή που έδιναν οι ηλικιωμένοι στους νεώτερους μέχρι τα μέσα του 20ου αι. Όταν απειλούνταν από Τούρκους ή ληστές, έφευγαν στα βουνά παίρνοντας μαζί τους τα εικονίσματα, το αλάτι, ένα μαγειρικό σκεύος και τα μετρητά τους, αγνοώντας τον προορισμό και το χρόνο επιστροφής.

Από τα μέσα του 19ου αι. οι ευπορότεροι αρχίζουν να χτίζουν διώροφα σπίτια με δύο δωμάτια στο ανώγειο: την καλή κάμαρη, για τις γιορτές και τους φιλοξενούμενους, και το χειμωνιάτικο, όπου ζούσε όλο το χρόνο η οικογένεια. Το κατώγι ήταν για το στάβλισμα των ζώων και την αποθήκευση των καρπών. Η κατασκευή γινόταν από Ηπειρώτες τεχνίτες, οι οποίοι περιόδευαν τα Βαλκάνια σε σινάφια (Δ. Παλιούρας). Την ίδια εποχή χτίζονται και οι δυο εκκλησίες του χωριού, άλλος ένας μάρτυρας σχετικής οικονομικής άνθησης. Η αγιογράφηση και το τέμπλο του ναού της Κοίμησης είναι έργο Σαμαριναίων, διάσημων για την πυκνή δραστηριότητά τους σ’ ολόκληρη την κεντρική Ελλάδα. Οι φορητές εικόνες, τα άμφια τα εκλησιαστικά σκεύη και τα έπιπλα της μεταβυζαντινής συλλογής του μουσείου συμπληρώνουν τη εικόνα μας για την τέχνη της περιόδου (Κρ. Μαντζανά).

Με την προσάρτηση, η Πορτίτσα υπάγεται στο Δήμο Νεβρόπολης της επαρχίας Καρδίτσας του νομού Τρικάλων. Η έρευνα αποκτάει, από το 1881, το πολύτιμο έρεισμα των επίσημων γραπτών πηγών, συμβολαίων και δικαστικών εγγράφων στην πλειοψηφία τους. Η πλούσια εμπορική δραστηριότητα Πορτιτσανών στην Καρδίτσα αμέσως μετά το 1881 -συχνά δηλώνουν διπλή έδρα- και οι αγορές ακινήτων στην πόλη και την περιφέρειά της μαρτυρούν αναδρομικά την ύπαρξη μιας εύρωστης τοπικής οικονομίας, τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες της τουρκοκρατίας, η οποία είχε αποφέρει αρκετό αποθησαυρισμένο χρήμα. Πόροι της η αναπτυγμένη εμπορευματική καλλιέργεια του αμπελιού, η σημαντική κτηνοτροφία μικρών ζώων και οι συναλλαγές με τα ορεινότερα χωριά των Αγράφων (Π. Κομπορόζος). Σαφείς ενδείξεις οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης είναι η ενοικίαση δημοτικών φόρων της Καρδίτσας και της Νεβρόπολης από Πορτιτσανούς (Αντ. Αντωνίου) και η λειτουργία βυρσοδεψείου από το 1840 (Φ. Λέκκα).

Η οικονομική άνθηση αμέσως μετά την προσάρτηση αποτυπώνεται και στην αυξημένη οικοδομική δραστηριότητα, δείγματα της οποίας -δυστυχώς ελάχιστα- διατηρούνται μέχρι σήμερα. Τα έπιπλα εξακολουθούν να είναι λιτά και να κατασκευάζονται στο μεγαλύτερο ποσοστό από τους ντόπιους, όπως και τα σκεύη. Εξαίρεση αποτελούν τα κεραμικά που μεταφερονται από το γειτονικό Φανάρι και την Καρδίτσα (Ειρ. Γρατσία – Ελ. Παπαθωμά).

Η ληστεία, φαινόμενο γενικευμένο στα μέσα του 19ου αι. στη ζώνη των συνόρων, επιβιώνει και μετά το 1881. Στην περίπτωση της Πορτίτσας, συνδέεται με οικονομικά εξαθλιωμένους εποίκους που είχαν προέλευση από ορεινότερα χωριά. Απεκδυμένη από τον συνήθη κοινωνικό της μανδύα, εκδηλώνεται με απαγωγές και είναι υπόθεση οικογενειών με κληρονομική παράδοση (Δ. Σακκής – Ελ. Παπαγεωργίου).

Αν για την οικονομική και κοινωνική ζωή μας διαφωτίζουν τα πολυάριθμα συμβόλαια και δικαστικά έγγραφα, το γιατροσόφι της αρχειακής συλλογής του μουσείου μας εισάγει στο χώρο της ευάλωτης ανθρώπινης ψυχής. Τα προβλήματα, με τα οποία καταπιάνεται ποικίλα (ασθένειες, διαιτητικές παρεκτροπές, κακοτυχία, σεισμοί, βροντές κά.) και η ιδιόρρυθμη θεραπευτική που προτείνει ανάλογη (βότανα, φυλακτά, λιτανείες, εγκοιμήσεις σε εκκλησίες, πέρασμα από βράχους, όπως η Βιμπιρότρυπα κτλ.).Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο κάτοχός του ήταν ο μοναδικός Πορτιτσανός που μετανάστευσε στην Αίγυπτο λίγο μετά την προσάρτηση (Γ. Αικατερινίδης).

Η Πορτίτσα γνώρισε τη μεγαλύτερη δημογραφική και οικονομική ακμή της στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ένα τυχαίο γεγονός, η δολοφονία Πορτιτσανού από συγχωριανό του, προκάλεσε την μετανάστευση του τελευταίου στις Η.Π.Α. Σύντομα ακολούθησαν και άλλοι, που συνολικά έφτασαν τα 15 άτομα[17]. Ορισμένοι απ’ αυτούς γύρισαν πίσω το ‘22 για να πολεμήσουν στη Μικρά Ασία και από τότε παρέμειναν. Δεν απέκτησαν μεγάλες περιουσίες. Επιστρέφοντας συνέχισαν τις παραδοσιακές ασχολίες της καλλιέργειας του αμπελιού με συμπληρωματική την υλοτομία.

Με τις νωπές μνήμες του Μικρασιατικού Πολέμου σχετίζεται και η ιστορία του Πνεύματος, από το οποίο πήρε την ονομασία του και ο σύλλογος των Πορτιτσανών. Αν η εμφάνισή του στο υπόγειο του σχολείου το ’27 αποδίδεται στον Μικρασιάτη δάσκαλο και τις μεταφυσικές εμμονές του, η διατήρησή του αντανακλά την ψυχολογία μιας κοινωνίας ανικανοποίητης, ασταθούς, έτοιμης να επενδύσει χωρίς εγγυήσεις (Ευ. Αυδίκος).

Η πληθυσμιακή αφαίμαξη των ορεινών από τα αστικά κέντρα τα τελευταία πενήντα χρόνια ενέτεινε τη νοσταλγία για τη φύση και τις αξίες της παραδοσιακής ζωής. Ο μισο-Πορτιτσιανός, Σεραφείμ Τσιτσάς, δασοπόνος και συγγραφέας, συμπύκνωσε πολύ επιτυχημένα στα κείμενά του –χρονογραφήματα[18] στην πλειοψηφία τους- την εξαιρετική του σχέση με τη φύση και τη βαθιά γνώση για την ιστορία και τις παραδόσεις των Αγράφων.

Στ’ Άγραφα της Πίνδου, μιλάει για βουνά καταπληκτικά, βουνά απίθανα κι απροσδόκητα… όπου αναπνέεις ιστορία και θρύλους. Τα Άγρια Τετράποδα και Φτερωτά και Τ’ Αγριόδεντρα του Βουνού και του Λόγγου ανήκουν σε μια εποχή που οι εκλαϊκευμένοι οδηγοί για φυσιολάτρες ή περιηγητές μπορούσαν ταυτόχρονα να είναι ποίηση ή πεζογραφία (ας θυμηθούμε τον οδηγό περιπάτου του Ν. Γ. Πετζίκη για τη Μακεδονία[19]) (Β. Αναγνωστόπουλος). Με τις Iστορίες του χωριού αποτυπώνει με ανάγλυφη πιστότητα, σχεδόν αδιαμεσολάβητα την αγραφιώτικη ζωή, με γλώσσα και περιεχόμενο που ενσωματώνουν τις αξίες της πραγματικότητας που εικονογραφούν (Κ. Φωτάκης). Οι Αγραφιώτες είναι για τον Τσιτσά ο κόσμος που βιωματικά γνωρίζει και απροκάλυπτα αγαπά, εξακολουθεί όμως να παρατηρεί και να καταγράφει από μια απροσδιόριστη γωνία, διατηρώντας ταυτόχρονα τον πατριδωνυμιακό τίτλο Αγραφιώτης[20].

[1] Πρόκειται για τις οχυρωμένες θέσεις στον άξονα Βουνέσι - Πορτίτσα – Σέκλιζα (Alfred Phillipson, Die Griechischen Landschaften, χ.τ., 1897, σ. 119). Με την οχύρωση της συνοικισμένης Μητρόπολης συνδέουν το φρούριο της Πορτίτσας και οι Γεώργιος Κορρές («Θεσσαλικές πόλεις των κλασικών χρόνων», ΘΗΜ 7(1984), σ. 8) και Bruno Helly («Σύντομη περιήγηση στην περιοχή των Δολόπων» μέρος Α’, μετ. Henri-Pierre Corrieu, ΘΗΜ 26(1997), Λάρισα, σ. 51, υποσ. 32).

[2] Friedrich Stählin, Hellenische Thessalien, Stuttgart, 1924, σ. 128. Στην ίδια άποψη κλίνουν και οι M.H.MC Allister και T.S. Mac Kay. Θεωρούν ότι οι κώμες της Μητρόπολης εκπροσωπούνται ίσως από ερείπια στον Πύργο, στο Βουνέσι και στην Πορτίτσα («Οι πόλεις της Θεσσαλίας την κλασική εποχή», ΘΗΜ 18(1990), σ. 23).

[3] Απ. Αρβανιτόπουλος, «Ανασκαφαί και έρευναι εν Θεσσαλία», Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1915, σ. 176.

[4] Bruno Helly, «Σύντομη περιήγηση στην περιοχή των Δολόπων» μέρος Β’, μετ. Henri-Pierre Corrieu, ΘΗΜ 27(1995), σ. 34.

[5] Helly, μέρος Α’, ό.π.

[6] Τα Άγραφα δεν αναφέρονται καν στις βυζαντινές πηγές. Η μοναδική πληροφορία εντοπίζεται από το Σάθα σε νουθετικό βιβλίο αφιερωμένο στο μοναστήρι του Προυσού Ευρυτανίας. Κατά τη γνώμη του, λοιπόν, τα Άγραφα πήραν αυτό το όνομα, επειδή οι κάτοικοι της ορεινής αυτής περιοχής αρνήθηκαν να δεχθούν την εικονοκλαστική αίρεση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Ε’ και μάλιστα έφθασαν στο σημείο να σφάξουν τους απεσταλμένους του αυτοκράτορα στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας (Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, τ. Β’, Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, 1964, σ. 359-361).

[7] Απ. Βακαλόπουλος, ό.π., τ. Β’ (1964), σ. 359-361 & τ. Δ’ (1973), σ. 523-526. Για την εξέλιξη του φαινομένου στη μέση και ύστερη τουρκοκρατία και την οικονομική λειτουργία του ορεινού χώρου, βλ. Κ. Μοσκώφ, Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα 1830-1909. Η ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου, Θεσσαλονίκη, 1972, σ. 75 κ.ε. & Β. Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), Εξάντας, Αθήνα, 1976, σ. 15-16 & 136-137.

[8] M. Delilbaşı-M. Arıkan, Hicrî 859 Tarihli Sûret-i Defter-i Sancak-ı Tırhala, τ. I, Ankara, 2001, σ. 240-241, 263. Ευχαριστούμε τον κ. Κ. Καμπουρίδη για την παραχώρηση του κειμένου και τη βοήθειά του στην ανάγνωση.

[9] Η περιοχή των Αγράφων αναφέρεται ως βιλαέτι, κτήση του Haci Μπέη, σούμπαση των Αγράφων (M. Delilbaşı-M. Arıkan, ό.π., σ. 269). Πρβλ. Ν. Beldiceanu – P. S. Nasturel, «Η Θεσσαλία στην περίοδο 1454/5-1506», ΘΗΜ 19 (1991), Λάρισα, σ. 109.

[10] Ο Μεσενικόλας, ο Άγιος Γεώργιος και το Βλάζδο είχαν 181, 79 και 44 κατοίκους αντίστοιχα, η Καρδίτσα μόλις 200. Βάση του υπολογισμού τα 4 άτομα για κάθε χριστιανικό νοικοκυριό, τα 6 για κάθε οθωμανικό και τα 2 για κάθε χήρα (M. Delilbaşı- M. Arıkan, ό.π., σ. 204, 240-241, 249, 256-257, 263, 267-268, 397).

[11] M. Delilbaşı-M. Arıkan, 240-241, 263. Η σπέντζα είναι προεισπρατόμενος έγγειος φόρος για μη μουσουλμάνους καλλιεργητές που καταβαλλόταν το Μάιο. Δεν εξαρτόνταν από την παραγωγή, άρα είχε μεγαλύτερη ομοιότητα με τον κεφαλικό φόρο που επιβλήθηκε αργότερα. Οι κάτοικοι της επαρχίας του Φαναρίου πλήρωναν 25 άσπρα σε αντίθεση με τους κατοίκους των Αγράφων που πλήρωναν 20. …Ο απογραφέας δεν προσδιορίζει καθόλου το λόγο για τον οποίο η Πύλη παρεχώρησε αυτή την φορολογική ελάφρυνση στον χριστιανικό πληθυσμό της πόλης Άγραφα και της γειτονικής περιοχής τους. Αυτή η φορολογική επιβάρυνση είναι πράγματι το τεκμήριο ενός προνομίου, το οποίο παραχώρησε ο κατακτητής και υπονοεί, πιθανώς, τη συνθηκολόγηση ανθρώπων των Αγράφων και των περιχώρων με τα στρατεύματα του Μπαγιεζήτ Α’ (Ν. Beldiceanu – P. S. Nasturel, ό.π., σ. 109).

[12] Στο ίδιο καθεστώς υπάγονταν και οι περιοχές Ζαγορίου και Μαλακασίου (Νεοκλής Σαρρής, Οσμανική πραγματικότητα. Συστηματική παρά-θεση δομών και λειτουργιών: ΙΙ Η δοσιματική διοίκηση, Αρσενίδης, Αθήνα, χ.χ., σ. 344).

[13] Σαρρής, ό.π., σ. 345. Για υπερεκτίμηση της αυτονομίας των ορεινών κάνει λόγο και ο Βασίλης Φίλιας, στηριζόμενος στη διαπίστωση ότι με το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης το σύνολο του ελλαδικού χώρου ήταν απόλυτα ενταγμένο στην οικονομική και πολιτικο-κοινωνική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Κοινωνία και εξουσία στην Ελλάδα: η νόθα αστικοποίηση 1800-1864, Gutenberg, Αθήνα, 1991 (5η έκδοση), σ. 27). Βλ. και υποσ. 11 στο κείμενο.

[14] Σχετικά με ττη φυσική κίνηση του πληθυσμού το 17ο αι. ο Τσοποτός αναφέρει: «…συχνάκις εισβαλούσαι λοιμικαί νόσοι διά του φόνου χιλιάδων ανθρώπων και της ερημώσεως ολοκλήρων μικρών χωριών, οποία ήσαν και τα πλείστα των γεωργικών της Θεσσαλλίας χωρίων…Ούτω το 1667 πανώλης αφήρπασε το ήμισυ των κατοίκων Λαρίσσης» Δ. Κ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα, 1983 (1η έκδοση Βόλος, 1912), σ. 55.

[15] Ιω. Kολιόπουλος, Περί λύχνων αφάς: η ληστεία στην Eλλάδα (19ος αι.), Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 20.

[16] Καλλιόπη Τσακανίκα (1860-1976). Συνέντευξη στον εγγονό της, Δημήτρη Τσακανίκα, το Πάσχα του 1967.

[17] Αρχείο Κοινότητας Πορτίτσας.

[18] Ν. Κολιού, «Παλιοί χρονογράφοι του Βόλου», Εν Βόλω, τεύχος 13 (Απρίλιος – Ιούνιος 2004).

[19] Ν. Γ. Πεντζίκης, Ψιλή ή Περισπωμένη, εκδ. Άγρα, Αθήνα, χ.χ.

[20] Πρόκειται για το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο Σεραφείμ Τσιτσάς ως αρθρογράφος στον Ταχυδρόμο του Βόλου από το 1947.